Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Απολογισμός ενός νεομετανάστη



Τρία χρόνια στο εξωτερικό: ο απολογισμός ενός νεομετανάστη

Η ιστορία που ακολουθεί είναι ένας απολογισμός και μια εξομολόγηση συνάμα, με πράγματα που ελάχιστοι ξέρουν για μένα.
Πήρα την απόφαση να φύγω όταν άρχισα να λυπάμαι τον εαυτό μου. Ήμουν 26 χρονών, ότι είχα τελειώσει το στρατό, έμενα ξανά με τους γονείς μου κι είχα περάσει το καλοκαίρι μου δουλεύοντας σερβιτόρος στην οικογενειακή επιχείρηση που είχαμε ανοίξει (η οποία μετά από ένα χρόνο έκλεισε, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της κρίσης και του all-inclusive τουρισμού).
Ένιωθα πως μετά από 8 χρόνια, ήμουν πάλι στο μηδέν. Ένιωθα σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Δεν την μπορούσα την ανεργία. Εξοντωτική, εξευτελιστική. Και μιλάω χωρίς καμιά διάθεση προσβολής προς οποιονδήποτε άνεργο. Έτσι ένιωθα εγώ όμως και αυτό απλά περιγράφω.
Άρχισα να κάνω αιτήσεις στην Αγγλία, κυρίως επειδή δεν ήξερα άλλη γλώσσα, πέρα από κάτι λίγα ιταλικά. Κάνα μήνα αργότερα, ήρθε η πρώτη (και τελευταία) πρόσκληση σε συνέντευξη. Έκλεισα αεροπορικά εισιτήρια και έφυγα. Έτυχε να είναι μία κακή βδομάδα για την Αγγλία, με δρομολόγια αεροπλάνων και τρένων να ακυρώνονται λόγω βαριάς και συνεχούς χιονόπτωσης. Τα κατάφερα όμως και έφτασα στο Bournemouth, μια νότια, παραθαλάσσια πόλη στην περιοχή του Dorset.
Ήμουν τότε πτυχιούχος Ψυχολογίας, με μεταπτυχιακό στην «Ψυχολογία και ΜΜΕ». Ο τίτλος της θέσης: support worker. Ελάχιστα ήξερα για τα καθήκοντα ενός support worker, αλλά θα μάθαινα πολύ γρήγορα. Μια μείξη νοσοκόμου, εργοθεραπευτή και ψυχολόγου. Τα καθήκοντα πολλά, από το να αλλάζεις πάνες σε ηλικιωμένους με αυτισμό μέχρι να τους πηγαίνεις για bowling.
Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έκανα κάτι τέτοιο. Το έκανα όμως. Και το έκανα αδιαμαρτύρητα. Κανείς από τους φίλους μου δεν ήξερε όλη την αλήθεια. Tη μαθαίνουν τώρα.  Ήξερα ότι θα ακουγόταν περίεργο ότι έγινα μετανάστης για να αλλάζω πάνες.
Εγώ όμως ένιωθα ότι προσέφερα σε αυτούς τους ανθρώπους κάτι καλό, βγάζοντας, παράλληλα, τα δικά μου λεφτά. Ήμουν ανεξάρτητος. Τότε κατάλαβα ότι καμιά δουλειά δεν ήταν ντροπή. Ντροπή είχα νιώσει στην ζωή μου μόνο όταν δεν προσέφερα τίποτα και ζητούσα από τους γονείς μου λεφτά για να βγω για καφέ.
ToKeep calm and carry on” ήταν μια αφίσα του 1939 που είχε κυκλοφορήσει από τη Βρετανική κυβέρνηση σε περιορισμένα αντίτυπα σε μια προσπάθεια να ανυψώσει το ηθικό στις μεγάλες πόλεις, όπου ανέμεναν αεροπορικές επιδρομές. Δεν ξέρω αν βοήθησε τότε, αλλά σίγουρα βοήθησε εμένα, που κατέβαινα στην κουζίνα κάθε πρωί και την έβλεπα κρεμασμένη στον τοίχο, να μου μιλάει.
Έμενα σε ένα δωμάτιο που ήταν μικρότερο κι από το χωλ που είχα στο φοιτητικό μου διαμέρισμα. Είχα βάλει σκοπό να φύγω από το Bournemouth και γι’ αυτό δεν έκανα παρέες. Επί 9 μήνες ήμουν δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Βρήκα την ευκαιρία να δουλέψω τα γραπτά μου και να εκδώσω δωρεάν μια συλλογή διηγημάτων και το μυθιστόρημά μου. Με τα λεφτά που έβγαζα, έδωσα το τελευταίο για μετάφραση και το δημοσίευσα και στα Αγγλικά, στο Amazon.
Μπορεί καθημερινά να άλλαζα πάνες σε έναν 60χρονο παππού, αλλά έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα, δημοσίευα τα κείμενά μου και είχαν ανταπόκριση. Το μεγαλύτερο παράδοξο που βίωσα ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου όμως που ήμουν τόσο προσηλωμένος σε κάτι.
Μετά και τη δημοσίευση του μυθιστορήματος στα Αγγλικά, 8 μήνες ήδη στο Bournemouth, έβαλα στόχο να βρω δουλειά στο Λονδίνο. Έστειλα 5 αιτήσεις. Πήγα σε 3 συνεντεύξεις. Στην τελευταία είπα ότι, αν δε με έπαιρναν, θα έμενα εκεί που ήμουν και θα τελείωνα το επόμενο μυθιστόρημά μου. Και μόλις τελείωνα, θα έφευγα. Για οπουδήποτε.
Με προσέλαβαν τελικά και ήρθα στο Λονδίνο, όπου τον περασμένο Δεκέμβρη έκλεισα 2 χρόνια, δουλεύοντας σε πτέρυγα ψυχικής υγείας, περιβάλλον όχι πολύ ευχάριστο αρκετές φορές. Μπορεί πλέον να μην άλλαζα πάνες, αλλά είχα άλλα καθήκοντα, που αν τα έβλεπα σε ταινίες, θα με έπιανε η ψυχή μου. Εδώ και δύο μήνες, είμαι στα κεντρικά του οργανισμού, δουλεύοντας σαν Distance Learning Coordinator. Δουλειά γραφείου για μερικούς μήνες μόνο. Τον Απρίλη μάλλον θα επιστρέψω στην πτέρυγα. Θα δούμε.
Έγιναν πολλά αυτά τα τρία χρόνια. Ταξίδεψα στο Λουξεμβούργο, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, στη Νορβηγία, στην Αργεντινή, στη Γη του Πυρός. Όλα τα ενδοευρωπαϊκά ταξίδια σε φίλους, με εισιτήρια low budget.
Γνώρισα ενδιαφέροντας ανθρώπους. Γεύτηκα διαφορετικές κουζίνες. Έκανα όμορφες βόλτες. Γνώρισα την κοπέλα μου και μένουμε μαζί. Υπέγραψα συμβόλαιο με εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα αυτό το site. Φτιάχνω άλλο ένα. Δουλεύω ακόμα το μυθιστόρημα εκείνο που θα τελείωνα πριν 2 χρόνια.
Το Λονδίνο είναι μια μεγάλη πόλη. Ακριβή. Πολύ ακριβή και οι μισθοί μικροί. Ο δικός μου, στο αγγλικό σύστημα υγείας, είναι κατώτερος από το μέσο όρο των £26,500 (€32.200) προ φόρων. Δε σου μένει τίποτα στην άκρη. Και αυτό χωρίς να κάνεις ιδιαίτερες σπατάλες, με το 60% να πηγαίνει κατευθείαν για το σπίτι και τη μηνιαία κάρτα μεταφορών.
Οι περισσότεροι φίλοι μου νομίζουν ότι τους κοροϊδεύω. ‘Οπως και οι περισσότεροι στην Ελλάδα, νομίζουν ότι, επειδή μένεις στην Αγγλία, ζεις όπως οι χαρακτήρες του Παπακαλιάτη. Καμία σχέση όμως. Οι Έλληνες του Λονδίνου είναι χιλιάδες. Πολλοί εργάζονται σε τράπεζες, σε πολυεθνικές, σε εταιρείες ΙΤ. Βγάζουν καλά λεφτά, αλλά δουλεύουν όλη μέρα. Εγώ δουλεύω φυσιολογικές ώρες, αλλά δε βγάζω ούτε καν τα μισά.
Υπάρχουν όμως στ’ αλήθεια οι Ελληνάρες του Λονδίνου. Αυτοί που είναι 10 χρόνια εδώ και μιλάνε ακόμα σπαστά Αγγλικά, που ψωνίζουν μόνο μάρκες, που ντύνονται καλά για να πάνε για καφέ, που κράζουν τη χώρα που τους φιλοξενεί για τα πάντα, που σκέφτονται συνέχεια τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα, αλλά όποτε επιστρέφουν, το παίζουν κοσμογυρισμένοι και μιλάνε για το Λονδίνο σαν να είναι η Γη της Επαγγελίας. Δεν είμαστε όλοι έτσι. Απλά αυτοί κάνουν περισσότερο θόρυβο και ακούγονται.
Δεν ξέρω για άλλες χώρες, αλλά σε μια τόσο ταξική κοινωνία όπως η Αγγλική, και ειδικά σε μια πόλη όπως το Λονδίνο, είναι δύσκολο και να ζήσεις αξιοπρεπώς και να βάλεις στην άκρη λεφτά. Γι’ αυτό και, 3 χρόνια μετά, δουλεύοντας στον κακοπληρωμένο ανθρωπιστικό τομέα, όχι απλά δεν έχω λεφτά στην άκρη, αλλά έχω και μια χρεωμένη πιστωτική κάρτα. Δε μετανιώνω, όμως, γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά.  Τι να θυσίαζα; Τις 180 λίρες για ένα σαββατοκύριακο στη Νορβηγία;  Ή τις 10 λίρες που πληρώνω για μια πίτσα;
Απλά δεν καταλαβαίνω πού θα με βγάλει αυτός ο δρόμος. Ποιο είναι το νόημα να είσαι μετανάστης και ό,τι βγάζεις να το δίνεις; Μπορεί να κερδίζεις πολλά σε εμπειρίες, αλλά δε θα καταφέρεις ποτέ να τις ρευστοποιήσεις για να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου.
Δεν είναι εύκολο να ζεις στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με 50-100 χρόνια πριν, πλέον η κρίση είναι παγκόσμια. Όπου και να πας, βρίσκεις είτε ανεργία και χαμηλούς μισθούς είτε υψηλούς μισθούς και υψηλό κόστος ζωής ταυτόχρονα. Και παράλληλα έχεις να αντιμετωπίσεις τους διάφορους αστικούς μύθους: στο εξωτερικό, αυτόν του χρεοκοπημένου και τεμπέλη Έλληνα. Στο εσωτερικό, αυτόν του καλοπερασάκια νεομετανάστη που κλαίγεται χωρίς λόγο.
Παρ’ όλα αυτά, δε θα γύριζα στην Ελλάδα. Εκτός από την ανεργία, θα είχα να αντιμετωπίσω και το συντηρητισμό, τη διαφθορά, τον ωχαδερφισμό, τον ερασιτεχνισμό, το ψευτοβόλεμα. Βλέπω, ωστόσο, ότι γίνονται όμορφες κινήσεις και μπράβο σε αυτούς που τις επιχειρούν. Ελπίζω να κρατήσουν, αν και είμαι απαισιόδοξος. Η χώρα αυτή, φοβάμαι, είναι μια μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα. Μια Σειρήνα που σε καλεί με το τραγούδι της και μόλις πας κοντά σε τσακίζει.
Επιμύθιο: τρία χρόνια μετανάστης, ο απολογισμός είναι θετικός. Όχι όμως τόσο θετικός όσο πίστευα κάποτε. Αυτό που αναρωτιέμαι είναι αν είμαι η εξαίρεση ή αν έτσι νιώθουν και άλλοι νέοι που ζουν εκτός Ελλάδας.

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Χορηγίες


Η πολιτιστική χορηγία ως έκφανση της Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης της σύγχρονης επιχείρησης
της Μαρίας Λιανού
Κύριος στόχος των πολιτισμικών μονάδων –δημόσιες ή ιδιωτικές, κερδοσκοπικές ή μη κερδοσκοπικές– αποτελεί η προώθηση και η ανάπτυξη των πολιτιστικών τους αγαθών και υπηρεσιών. Ως συστήματα που παράγουν, διαχειρίζονται και προωθούν τα πολιτιστικά αγαθά, επηρεάζονται άμεσα από την οικονομική κατάσταση της παγκόσμιας αγοράς. Στη σημερινή εποχή της παγκόσμιας χρηματοοικονομικής κρίσης, η χρηματοδότηση των πολιτισμικών μονάδων αποτελεί βεβαίως καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη των πολιτιστικών αγαθών. Παράλληλα όμως, και οι ίδιες οι επιχειρήσεις στρέφονται προς τη χρηματοδότηση των πολιτισμικών μονάδων με στόχο να προωθήσουν την προβολή τους. Έτσι, η χρηματοδότηση που προσφέρουν οι επιχειρήσεις, γίνεται όχι με τη μορφή της δωρεάς, που άλλωστε αποτελεί μορφή χρηματοδότησης δίχως συγκεκριμένα ανταλλάγματα, αλλά με τη μορφή της χορηγίας, που τους προσφέρει συγκεκριμένα ανταλλάγματα.

Η χορηγία, όπως ορίζεται από τον καθηγητή Γεώργιο Γκαντζιά, αποτελεί την «αμφίδρομη πολιτιστική ανταλλαγή με αντισταθμιστικά οφέλη και αρχές γενικού (δημόσιου) συμφέροντος που αποσκοπούν στην κοινωνική και πολιτιστική συνεισφορά τόσο των αποδεκτών χορηγιών όσο και των χορηγών ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική και πολιτιστική συνοχή στην κοινωνία των πληροφοριών και της γνώσης». Στο νομοθετικό επίπεδο, ο Ν. 3525/2007 διακρίνει στο άρθρο 2 τη χορηγία από οικονομικές ενισχύσεις άλλης μορφής (δωρεά, επιχορήγηση, διαφήμιση, προώθηση πωλήσεων), ενώ στο άρθρο 1 την προσδιορίζει ως τη χρηματική ή άλλης μορφής οικονομική παροχή σε είδος, σε άυλα αγαθά ή υπηρεσίες, η οποία προσφέρεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με σκοπό την ενίσχυση συγκεκριμένων πολιτιστικών δραστηριοτήτων και με αντιστάθμισμα την προβολή του κοινωνικού προφίλ και της ευποιίας του χορηγού.

Το ζήτημα της χορηγίας ως σημαντική μορφή χρηματοδότησης στην αγορά του πολιτισμού δεν είναι σύγχρονο αλλά ανάγεται στους αρχαίους χρόνους. Συγκεκριμένα, οι ρίζες της χορηγίας εντοπίζονται στην αρχαία Ελλάδα, στην οποία χορηγός ονομαζόταν το πρόσωπο που ηγείτο του χορού και η πράξη του αυτή συντελούσε στην παραγωγή πολιτισμού. Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., η χορηγία είχε λάβει την έννοια της χρηματοδότησης των πλούσιων Αθηναίων –αρχικά– πολιτών για την παραγωγή δραματικών παραστάσεων στο πλαίσιο των μεγάλων θρησκευτικών εορτών, πράξη η οποία επίσης π αρήγαγε πολιτισμό, ενώ ταυτόχρονα περιβαλλόταν από ιδιαίτερο κύρος. Την υποχρεωτική χρηματοδότηση αυτών των παραστάσεων από εύπορους Αθηναίους θεσμοθέτησε στα τέλη του ίδιου αιώνα ο Κλεισθένης, ορίζοντας τη γέννηση της χορηγίας. Συνάγεται λοιπόν ότι η έννοια της χορηγίας διαμορφώνεται διαχρονικά και αναδεικνύει την υποχρέωση, την ευθύνη, αλλά και την ευαισθησία που οφείλουν να έχουν οι πολίτες προκειμένου να συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή των πολιτιστικών αγαθών.
Η χορηγία ως θεσμός άρχισε να παρακμάζει στις αρχές του 4ου αι. π.Χ., ενώ λίγες δεκαετίες αργότερα είχε πλήρως εξαφανιστεί. Έπειτα λοιπόν από απουσία 2500 ετών περίπου, η χορηγία εμφανίστηκε εκ νέου τον 20ο αι. αρχικά στις ΗΠΑ, ενώ από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 εξαπλώθηκε στην Ευρώπη. Στον 20ο αι. η χορηγία ήταν σαφώς διαφοροποιημένη από τη μορφή που είχε κατά την περίοδο της αρχαιότητας: αναδύθηκε ως εθελοντική πρωτοβουλία ευαισθητοποιημένων φυσικών και νομικών προσώπων, ενώ γρήγορα μετετράπη σε συναλλαγή ανάμεσα σε δύο πλευρές με αμοιβαίες υποχρεώσεις και οφέλη και τελικά σε επικοινωνιακό εργαλείο για την προβολή των χορηγών.

Σήμερα χορηγός ονομάζεται εκείνος που ενισχύει οικονομικά τις πολιτισμικές μονάδες προκειμένου αυτές να παράγουν πολιτισμό, πράξη που συμβάλλει στην παραγωγή πολιτισμού και στην ανάπτυξη των πολιτιστικών αγαθών. Προϋπόθεση βεβαίως για την παραγωγή πολιτισμού από την πράξη του χορηγού είναι ότι διαθέτει την πολιτισμική εκείνη παιδεία που του επιτρέπει να κατανοεί την κοινωνική ευθύνη και την κοινωνική του υποχρέωση, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη το δημόσιο συμφέρον. Τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης χορηγίας παρουσιάζονται στον Πίνακα που ακολουθεί:

Στη σύγχρονη εποχή, ιδιώτες, κοινωφελή ιδρύματα και επιχειρήσεις περιλαμβάνονται στους χορηγούς των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Όσον αφορά ειδικότερα τις επιχειρήσεις, που αποτελούν τον πλέον απαιτητικό εταίρο σε μια χορηγική συνεργασία, γίνονται χορηγοί σε προγράμματα των πολιτισμικών μονάδων όχι μόνο γιατί με τον τρόπο αυτό μπορούν να επενδύουν στην παραγωγή του πολιτισμού και να συμμετέχουν στην ενδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής, αλλά παράλληλα –και κυρίως– διότι κατανοούν ότι η χορηγία αποτελεί μια εναλλακτική επένδυση που τους παρέχει πλήθος ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων.

Η χορηγία διευρύνει την αναγνωρισιμότητα του ονόματος των επιχειρήσεων, καθορίζει το βαθμό της κοινωνικής και πολιτιστικής συνεισφοράς των επιχειρήσεων, προσδιορίζει το βαθμό της επικοινωνιακής απήχησης του ονόματος και των αγαθών της επιχείρησης, ενώ παράλληλα συντελεί και στη δημιουργία συνεργασιών αμφίδρομης πολιτιστικής ανταλλαγής. Δεν είναι συνεπώς παράδοξο το γεγονός ότι συχνά –στον ελληνικό τουλάχιστον χώρο– βλέπουμε τράπεζες και βιομηχανίες να έχουν ενεργό συμμετοχή ως χορηγοί σε πολιτιστικές δραστηριότητες των πολιτιστικών μονάδων. Άλλωστε, η εναλλακτική επένδυση που αποτελεί η χορηγία δύναται να ενταχθεί στη γενικότερη πολιτική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης της επιχείρησης ως πρακτική.

Και όταν μιλάμε για εταιρική κοινωνική ευθύνη εννοούμε, κατά τον Γκαντζιά, την ενιαία επιχειρηματική πολιτική κοινωνικής υποχρέωσης, κοινωνικής ευθύνης και κοινωνικής ευαισθησίας που εδράζεται σε επιχειρηματικές δραστηριότητες και επενδυτικές ευκαιρίες, οι οποίες (α) ενθαρρύνουν τις επιχειρήσεις να συμμετέχουν σε προγράμματα χορηγίας με την προϋπόθεση ότι θα δημιουργήσουν δυναμικές σχέσεις τόσο μεταξύ της κοινωνικής υποχρέωσης, της κοινωνικής ευθύνης, της κοινωνικής ευαισθησίας, όσο και μεταξύ των δημοκρατικών μηχανισμών συμμετοχικής ελευθερίας και των αρχών του γενικού (δημόσιου) συμφέροντος για τις χορηγίες, ενώ παράλληλα (β) έχουν ως αποτέλεσμα να αποκομίζουν οι επιχειρήσεις ουσιαστικά οφέλη από την ενεργό συμμετοχή τους σε προγράμματα χορηγίας που αποσκοπούν στην ανάπτυξη του κοινωνικού, πολιτισμικού, οικονομικού και πολιτικού γίγνεσθαι της κοινωνίας των πληροφοριών και της γνώσης.

Όμως, όφελος από τις χορηγίες δεν έχουν μόνον οι χορηγοί αλλά και οι αποδέκτες των χορηγιών. Πιο αναλυτικά: Οι αποδέκτες των χορηγιών εξασφαλίζουν μια πρόσθετη πηγή εσόδων, η οποία μάλιστα χαρακτηρίζεται από περισσότερο ευέλικτες και σύντομες διαδικασίες σε σχέση με εκείνες που επιβάλλει η απορρόφηση πόρων από το δημόσιο τομέα. Επίσης, η χορηγία εξασφαλίζει στους χορηγούμενους τα μέσα για να βελτιώσουν τις παραδοσιακές τους λειτουργίες, δηλαδή τους επιτρέπει να καλύψουν ελλείψεις στην οργάνωση και στην τεκμηρίωση των συλλογών τους ή στην παρουσίαση των εκδηλώσεών τους. Παράλληλα, οι πολιτισμικές μονάδες μέσα από τις επιχειρησιακές συναλλαγές με τους χορηγούς τους μαθαίνουν να μιλούν τη «γλώσσα» του επιχειρηματικού κόσμου προκειμένου να εισακουστούν, υιοθετούν τη μεθοδικότητά του, διδάσκονται από τα λάθη τους και τελικά αρχίζουν να προσεγγίζουν τους νέους στόχους που έχουν θέσει, όπως είναι η αύξηση της επισκεψιμότητας ή των εσόδων τους, μέσα από την ανάληψη επιχειρηματικής δράσης, με μεγαλύτερο επαγγελματισμό, επιδεξιότητα και κυρίως αποτελεσματικότητα.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί ότι ανάμεσα στις πλέον θετικές άμεσες επιπτώσεις των χορηγικών συνεργασιών για τους πολιτιστικούς οργανισμούς αναγνωρίζεται η συνεισφορά τους στο άνοιγμα των οργανισμών αυτών στο ευρύ κοινό. Ανήκει πλέον οριστικά στο παρελθόν η εποχή κατά την οποία τα μουσεία, τα μέγαρα μουσικής και οι θεατρικές σκηνές απευθύνονταν μόνον στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα. Η νέα, φιλική προς τον επισκέπτη, φιλοσοφία των πολιτισμικών οργανισμών μακροπρόθεσμα συμβάλλει ουσιαστικά στην αισθητική και στην πνευματική καλλιέργεια του κοινού.

Η χορηγία όμως έχει και έμμεσες θετικές επιπτώσεις για το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο, όπως για παράδειγμα είναι η συμβολή της στην αστική αναβάθμιση υποβαθμισμένων πόλεων και ο συνακόλουθος περιορισμός της εγκληματικότητας, ή η αύξηση του τουρισμού και η γενικότερη ανάκαμψη της οικονομίας. Ωστόσο, πρέπει να τονιστεί ότι, παρά τα αδιαμφισβήτητα οφέλη που αποκομίζουν οι πολιτιστικοί οργανισμοί από τις χορηγίες, ενυπάρχουν παράλληλα και οι αρνητικές επιπτώσεις της χορηγίας. Ανάμεσα σε αυτές περιλαμβάνονται (α) η προβολή και η ενίσχυση από τους χορηγούς εκείνων των μορφών τέχνης που προσελκύουν το μεγαλύτερο δυνατό αριθμό επισκεπτών, (β) η υποστήριξη των πολιτιστικών οργανισμών που εδρεύουν στα μητροπολιτικά κέντρα και η παραμέληση εκείνων που εδρεύουν στην περιφέρεια, (γ) η αύξηση εκδηλώσεων «φαντασμαγορικού» τύπου στα μουσεία και σε άλλους πολιτιστικούς οργανισμούς και η μείωση των εκδηλώσεων χαμηλής δημοτικότητας, (δ) οι συμβιβασμοί που δέχονται οι μουσειακοί συνήθως οργανισμοί σχετικά με το περιεχόμενο και τα συμπεράσματα εκθέσεων που πιθανόν να έθιγαν την επιχείρηση-χορηγό, (ε) η παραμέληση των σημαντικών προτεραιοτήτων των πολιτιστικών οργανισμών, π.χ. σε θέματα υποδομής ή σε τομείς όπως η έρευνα, η τεκμηρίωση και η συντήρηση των μόνιμων συλλογών τους και (στ) η δημιουργία έκτακτων εξόδων που δεν είχαν υπολογιστεί εξαρχής, οι οποίες για παράδειγμα αφορούν την πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εξασφάλιση της καλύτερης δυνατής φιλοξενίας του χορηγού.

Εν κατακλείδι, η χρηματοδότηση των πολιτισμικών μονάδων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ανάπτυξη των πολιτιστικών αγαθών. Στη σημερινή εποχή της οικονομικής και πολιτισμικής κρίσης, η σύγχρονη χορηγία, ως αμφίδρομη πολιτιστική ανταλλαγή και επιχειρηματική πρακτική της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης, αποκτά ιδιαίτερη δυναμική και προβάλλει ως σημαντική –και ενίοτε απαραίτητη– πηγή χρηματοδότησης των πολιτισμικών μονάδων.


 

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Γλωσσικές ασκήσεις

Το Βιβλίο των Γλωσσικών Ασκήσεων περιλαμβάνεται στη διδακτέα - εξεταστέα ύλη του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ΄ τάξης Γενικού Λυκείου (2014-2015).
Για τη διευκόλυνση της μελέτης των μαθητών διατίθεται: ΕΔΩ

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015

Θεματικοί Κύκλοι

Το Βιβλίο των Θεματικών Κύκλων περιλαμβάνεται στη διδακτέα−εξεταστέα ύλη του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας της Γ΄ τάξης Γενικού Λυκείου (2014-2015), αλλά το εγχειρίδιο δεν έχει δοθεί στους μαθητές της Γ' Λυκείου
Για τη διευκόλυνση της μελέτης τους διατίθεται ΕΔΩ:

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2015

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014

Σχολική βία




Κείμενα γραμμένα από μαθητές, στο δύωρο της «Έκθεσης»
Χρησιμοποιήθηκαν ως κείμενα αναφοράς για τον σχολιασμό του θέματος

1.
Το σχολείο είναι ένας χώρος στον οποίο τα άτομα δεν αποκτούν μόνο γνώσεις, αλλά μαθαίνουν να συνυπάρχουν και να λειτουργούν σαν μια μικρή κοινωνία. Σε αυτή την κοινωνία όμως υπάρχουν διαφορές και συγκρούσεις μεταξύ των μαθητών οι οποίες πολλές φορές καταλήγουν να «λύνονται» με τη βία, είτε αυτή είναι λεκτική, είτε σωματική. Αδιάψευστο παράδειγμα αποτελεί το συμβάν που προκλήθηκε πριν λίγες μέρες σε σχολείο της πόλης μας, όταν μαθητές συγκρούστηκαν για τις ομάδες τους, στον προαύλιο χώρο του σχολείου, με αποτέλεσμα να τραυματιστούν κάποια άτομα.
            Η ενδοσχολική βία έχει πάρει πλέον στη χώρα μας τη μορφή μάστιγας. Οι λόγοι που προκαλούν αυτό το φαινόμενο επιβάλλεται να κατανοηθούν από όλους μας, έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπισθεί με αποτελεσματικότητα. Η κρίση που βιώνουμε δημιουργεί πρόβλημα και στις σχέσεις μεταξύ των μελών των οικογενειών. Αυτά τα προβλήματα κάνουν το παιδί να καταφεύγει στη βία έτσι ώστε να αποφορτίζεται από το βαρύ κλίμα που επικρατεί στην οικογένειά του. Επίσης το παιδί λαμβάνει διάφορα ερεθίσματα από το περιβάλλον του και όταν βιώνει συχνά τη βία, τότε συμπεριφέρεται ανάλογα. Ένας άλλος λόγος  ο οποίος ευθύνεται για την ενδοσχολική βία, ή bullying, όπως συνηθίζεται πλέον να ονομάζεται, είναι το ‘ότι για να γίνει κάποιος αποδεκτός σε μια παρέα και γενικά από την κοινωνία του σχολείου, πολλές φορές θα πρέπει να καταφύγει σε πράξεις που θα έχουν ως στόχο ναπληγώσουν πιο αδύναμα άτομα αυτής της κοινωνίας. Η τηλεόραση έχει παίξει τον δικό της ρόλο στην ανάπτυξη αυτού του φαινομένου. Προβάλλοντας προγράμματα που κυρίαρχο «συστατικό» τους είναι η βία, καλλιεργείται στο υποσυνείδητο των παιδιών η επιθυμία για μίμηση αυτής της πράξης. Τέλος εκτός από την τηλεόραση ευθύνη έχουν και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, καθώς το μεγαλύτερο μέρος αυτών προάγουν τη βία και την αντιπαλότητα.
            Όπως προαναφέρθηκε, οι λόγοι που προκαλούν την ενσοσχολική βία επιβάλλεται να κατανοηθούν από όλους μας. Αυτό θα βοηθήσει τόσο στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, όσο και στην προσπάθεια εξάλειψής του. Αρχικά το σχολείο [θα] είναι καλό να αναπτύξει ένα ευεργετικό ρόλο απέναντι σε αυτά τα φαινόμενα και μην ενεργεί παθητικά, καθώς έτσι καλλιεργείται το κλίμα για ανάπτυξη της ενδοσχολικής βίας. Το σχολείο μπορεί να ενημερώνει τους μαθητές για φαινόμενα ενδοσχολικής βίας και μέσα από συζήτηση και διάλογο να γίνεται κατανοητό στους μαθητές πως η βία δεν είναι λύση για τα προβλήματα που ενδεχομένως έχουν. Επίσης η πολιτεία μέσω διαφόρων ημερίδων που μπορεί να οργανώνει, να απευθύνεται στους γονείς ενημερώνοντάς τους για το φαινόμενο αυτό. Η οικογένεια μπορεί να συμβάλλει στην αντιμετώπιση αυτού του φαινομένου, ελέγχοντας τα προγράμματα που παρακολουθούν τα παιδιά τους στην τηλεόραση, έτσι ώστε όταν δουν πως τα παιδιά παρακολουθούν ένα πρόγραμμα που καλλιεργεί το αίσθημα επιθετικότητας και βίας, να εξηγούν πως δεν είναι καλό να συνεχίσουν να το βλέπουν. Τέλος οι γονείς καλό θα είναι να ελέγχουν και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια με τα οποία περνούν την ώρα τους τα παιδιά, ώστε να αποφεύγονται παιχνίδια με περιεχόμενο βίας.
            Συνοψίζοντας τα παραπάνω, η ενσοσχολική βία είναι ένα φαινόμενο το οποίο μέσα από τη σωστή προσέγγισή του, αλλά και τη συνεργασία όλων των φορέων μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά, ώστε η χώρα μας να «λυτρωθεί». [λ.509]

Οι καταβολές της ενδοσχολικής βίας και τρόποι καταστολής της.

            Ο άνθρωπος ως έλλογο και πολιτικό ον δεν έχει φυσικό προορισμό την αγελαία βιαιότητα. Ωστόσο στη σημερινή εποχή που επικρατεί κλίμα ανασφάλειας και ρευστότητας, τα άτομα συχνά μένουν ηθικά μετέωρα και εξωθούνται σε ενέργειες που κηλιδώνουν τον ανθρώπινο πολιτισμό. Τέτοιο φαινόμενο αποτελεί και η ενδοσχολική βία η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με ακραίες μορφές, όπως η σωματική κακοποίηση. Τα αίτια τέτοιων συμπεριφορών εντοπίζονται στη δυσλειτουργία των φορέων αγωγής των νέων και εκεί θα αναζητηθούν οι λύσεις για την αντιμετώπισή τους.
            Πρωταρχικό αίτιο ακραίων συμπεριφορών αποτελεί η μη ευόδωση των στόχων του εκπαιδευτικού συστήματος. Είναι φανερό πως δεν επιτελεί το παιδευτικό του έργο, καθώς ο προσανατολισμός του είναι κυρίως νοοκρατικός, παρέχει εξειδικευμένες γνώσεις, ενώ το ανθρωπιστικό περιεχόμενο των σπουδών παραγκωνίζεται. Ακόμα προωθεί τη βαθμοθηρία και πυροδοτεί ανταγωνισμούς, με αποτέλεσμα να διαμορφώνονται άτομα με αδύνατη κοινωνική συνείδηση και αίσθημα αλληλεγγύης. Παρατηρούνται επιπλέον ανισότητες μεταξύ των μαθητών οι οποίες πηγάζουν από τις οξυμένες διαφορές ανάμεσα στην κοινωνική τους τάξη και επιφέρουν αισθήματα μειονεξίας.
            Γενεσιουργά αίτια εντοπίζονται και στις σύγχρονες συνθήκες της κοινωνικής μαθητείας. Ειδικότερα στην επικράτηση αδυσώπητου ανταγωνισμού σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής και την έκπτωση ηθικών αρχών και ιδανικών που αφήνουν τους νέους ανερμάτιστους, κενούς από αρετές, όπως ο ανθρωπισμός, η αλληλεγγύη και το αίσθημα δικαιοσύνης. Το απάνθρωπο αστικό περιβάλλον συμβάλλει εξίσου στην εκδήλωση εκτονωτικής βίας, αφού στερεί το αίσθημα ελευθερίας, σε αντίθεση με τη φύση και υποσκάπτει τις διαπροσωπικές σχέσεις.
            Ανάμεσα στα σημαντικότερα αίτια συγκαταλέγονται και η κρίση του θεσμού της οικογένειας. Οι νέοι επιβιώνουν μέσα σε οικογένειες που συχνά αδιαφορούν για τους προβληματισμούς των παιδιών και η ουσιαστική επικοινωνία εκλείπει. Επίσης, πολλές φορές, οι γονείς αποτελούν αρνητικά πρότυπα με τη βίαιη συμπεριφορά και τη μη χρήση διαλόγου για τη διευθέτηση των διαφορών. Σε άλλες περιπτώσεις πάλι, οι γονείς επιδεικνύουν ανοχή στα ολισθήματα των νέων, η οποία καταλήγει σε ελευθεριότητα. Τέλος δεν ασκείται έλεγχος για την ποιότητα των τηλεοπτικών προγραμμάτων που παρακολουθούν τα νεαρά μέλη και ηρωοποιούν αντικοινωνικές και βίαιες συμπεριφορές.
            Τελικά, μεγάλη ευθύνη βαραίνει την πολιτεία, καθώς δε δημιουργεί ευνοϊκό περιβάλλον για την ανάπτυξη ατόμων ελεύθερων και δημοκρατικών. Παρατηρούνται έντονα η αναξιοκρατία, ο δεσποτισμός και ο αμοραλισμός των πολιτικών. Το κράτος πρόνοιας δυσλειτουργεί και η ψαλίδα ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα συνεχώς ανοίγει. Έτσι, η νεολαία απογοητευμένη, στρέφεται στη βία για να απελευθερώσει το αίσθημα αδικίας που την κατατρύχει.
            Για την άρση των γενεσιουργών αιτίων της ενδοσχολικής βίας, αδιαφιλονίκητη [θα] είναι η προσφορά των φορέων κοινωνικοποίησης των νέων. Αρχικά, το σχολείο οφείλει να αποτελεί παιδευτήριο που μεταλαμπαδεύει γνώσεις, αλλά και αξίες. Είναι επιτακτική αναγκαιότητα μέσα από την έμφαση σε μαθήματα ανθρωπιστικού περιεχομένου, όπως η φιλοσοφία, η λογοτεχνία, οι κοινωνικές επιστήμες, να εμπνέει στους νέους έναν ανθρωπισμό δυναμικό και καθολικό.. Επίσης το σχολείο πρέπει να αποτελεί μια δημοκρατία σε μικρογραφία, όπου οι σχέσεις των μαθητών να διέπονται από πνεύμα συνεργασίας και σεβασμό προς το διαφορετικό. Ωφέλιμη κρίνεται και η στελέχωση των σχολικών μονάδων με παιδοψυχολόγους και κοινωνιολόγους, οι οποίοι θα συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων τα «πάσχουσας» νεολαίας, θα συμβουλεύουν γονείς και εκπαιδευτικούς, αλλά και θα διαγιγνώσκουν έγκαιρα τις τάσεις για εκδήλωση βίας.
Εποικοδομητικός μπορεί να αποδειχθεί και ο ρόλος της οικογένειας, αν διαμορφώνει άτομα ελεύθερα και δημοκρατικά σκεπτόμενα, απαλλαγμένα από κτηνώδη ένστικτα. Επιτακτική αναγκαιότητα αποτελεί ο λυσιτελής διάλογος, για την επίλυση των ζωτικών προβλημάτων των νέων μελών της. Επιπλέον η ανατροφή των ατόμων με αρετές όπως η αγάπη, ο αλληλοσεβασμός, η αλληλοκατανόηση, η ανθρωπιά δημιουργεί άτομα, η ζωή των οποίων διέπεται από υψηλές αξίες και ιδανικά. Έτσι η χρήση βίας δε θα προβάλλει ως τρόπος επίλυσης των διαφορών, αλλά και θα στηλιτεύεται οποιαδήποτε μορφή άσκησής της.
            Αδήριτη αναγκαιότητα εμφανίζεται και η παροχή υγιών προτύπων από το χώρο της καλλιτεχνικής δημιουργίας και της επιστήμης. Με άλλα λόγια, οι πνευματικοί ηγέτες της εποχής, αφού αποβάλουν τον παθητικό τους ρόλο, επωμίζονται με την ευθύνη να παρέχουν θετικά παραδείγματα με τη συμπεριφορά τους. Αλλά και μέσα από το έργο τους, μπορούν να επιτελέσουν ρόλο αφυπνιστικό. Επιπρόσθετα, τα Μ.Μ.Ε. με την ποιοτική αναβάθμιση τους θα συντείνουν στην ηθικοπνευματική ανάταση της νεολαίας, έτσι ώστε οι νέοι οπλισμένοι με πίστη στις δυνάμεις του ανθρώπου να διακατέχονται από αίσθημα ανθρωπισμού.
            Ας μην ξεχνά κανείς και την ευθύνη που φέρουν οι ίδιοι οι νέοι για την κατάπνιξη ενστικτωδών αντιδράσεων. Με την αυτοκυριαρχία, τον αυτοέλεγχο, ση συνεχή ενδοσκόπηση και αυτοκριτική θα καταστούν ικανοί να χαλιναγωγήσουν τα κατώτερα ένστικτά τους. Οφείλουν ακόμα να διαμορφώσουν κοινωνική συνείδηση, ώστε η συνύπαρξη με άτομα διαφορετικά να χαρακτηρίζεται από πνεύμα συνεργασίας και αλληλεξάρτησης.
            Ανακεφαλαιώνοντας, θα έλεγε κανείς ότι η ενδοσχολική βία αποτελεί νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο με δυσμενείς συνέπειες και επεκτείνεται σε κάθε έκφανση της κοινωνικοπολιτικής ζωής. Όμως οι νέοι αποτελούν ζωτικό όργανο της κοινωνίας, αφού είναι αυτοί που θα αναλάβουν τη σκυτάλη του στίβου της ζωής. Ελλοχεύουν λοιπόν, κίνδυνοι για την εξέλιξη του πολιτισμού και την ειρηνική συνύπαρξη του ετερόκλητου πλήθους, όταν η νεολαία διακατέχεται από τάσεις επιθετικότητας. (λ. 794)