Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016

Πολυτονικό - Μονοτονικό

Η περιπέτεια της γλώσσας: από το πολύχρωμο πολυτονικό στο στεγνό -προσαρμοσμένο σε μία περίεργη πολιτικά λογική- μονοτονικό. Λέξεις χωρίς άχνα στα φωνήεντα, μεταφορικά και κυριολεκτικά…

Ρίκα Βαγιάνη

Οταν ψηφίστηκε η κατάργηση του πολυτονικού [Ιανουάριος 1982] ήμουν παιδί, αλλά μεγάλο παιδί. Θυμάμαι την αναστάτωση τη νεανική οργή που με είχε κυριεύσει.
Τι τους έφταιξαν οι τόνοι; Eκλαιγα (όντως έκλαιγα) και οδυρόμουν.  Τι ζόρι τραβούσαν με τα σημεία στίξεως; Γιατί το έκαναν αυτό στην πανέμορφη γλώσσα μας;  Πώς γίνεται να πεις «σ’αγαπώ» χωρίς περισπωμένη;
Η εκμάθηση του πλήρους συστήματος όξυνσης και δάσυνσης ήταν, όντως, ένα βασανιστήριο για τους περισσότερους μαθητές. Το πρόβλημα όμως δεν ήταν η στίξη, αλλά τα βαριεστημένα νεκροζώντανα όντα που δίδασκαν τους κανόνες. Αρκούσε ένας τσαχπίνης δάσκαλος να σου εξηγήσει τι δουλειά έκαναν αυτά τα μπαστουνάκια, τα όρθια, τα ξαπλωτά, τα στριφτούλια, για να αγαπήσεις τις αιτίες τους, για να αγαπήσεις μια δασεία:
«Σκεφτείτε να φυσάει μια άχνα πάνω στα φωνήεντα: Εμείς, οι σύγχρονοι Ελληνες, δεν λέμε «Χελλάς», ή «Χίστορυ», όπως οι ξένοι, Μαρίκα. Προς τιμήν της αρχαίας εκείνης άχνας σημειώνουμε τς δασυνόμενες». Ζντουπ. Κόκκαλο το επτάχρονον. Αντε μετά να μη σεβαστείς μια δασεία – ακόμα κι όταν, αναιδέστατα και εξαιρετικά, σου κατσικωνόταν πάνω στο «ρω».
Η ελληνική γλώσσα με όλα της τα σύγχρονα προικιά και τα αρχαία μπιχλιμπίδια, αντί να φυλαχθεί ως ανεκτίμητος θησαυρός από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παραπετάχτηκε σαν «αστικό κατάλοιπο» στο περιθώριο
«Οι αρχαίοι δεν έβαζαν πνεύματα, ούτε τόνους». Σωστά, αλλά η γλώσσα, οι δίφθογγοι, οι δασυνόμενες, οι περισπωμένες, τα μακρά και τα βραχέα, όλα μαζί είχαν να διηγηθούν μια υπέροχη, αδιάκοπη, συναρπαστική ιστορία. Βοηθούσαν τις λέξεις να έχουν συνέχεια και νόημα: Μιλούσαμε, γράφαμε, διαβάζαμε και μαζεμένοι πίσω μας, σαν ανήσυχοι παππούδες, κρατούσαν κόντρα τέμπο όλοι οι παλιοί, από τον Ομηρο  ως τον Κάλβο.
Ισως η χειρότερη συνέπεια της κατάργησης του πολυτονικού, των Αρχαίων, ακόμα και της -χρησιμότατης για τις κλασσικές σπουδές – καθαρεύουσας, δεν ήταν τόσο η εκφραστική φτώχεια που ρήμαξε τη σκέψη μας, όσο η πολιτικοποίηση των γλωσσικών επιλογών στην Παιδεία.
Η ελληνική γλώσσα με όλα της τα σύγχρονα προικιά και τα αρχαία μπιχλιμπίδια, αντί να φυλαχθεί ως ανεκτίμητος θησαυρός από τις δυνάμεις της Αριστεράς, παραπετάχτηκε σαν «αστικό κατάλοιπο» στο περιθώριο. Εκεί τη βρήκαν και (τάχα μου) την πήραν υπό την προστασία τους, δυνάμεις θεοσκότεινες και σήμερα τη μυρηκάζουν τα ΚΔΟΑ (σ.σ. Κτηνώδης Δύναμη Ογκώδης Αγνοια) του «ηγέρθιτου». Δεν μπορώ να κρύψω πώς με  ελάχιστες, εξαιρέσεις, όταν βλέπω πλέον κείμενο τυπωμένο σε πολυτονικό, μπαίνω αυτομάτως σε αμυντική  φάση «αλέρτ- αντιφά».
Μα δεν της άξιζε τέτοια κατάντια της θείας δασείας μου.
Σε μια κοντινή μας χώρα, επίσης ευλογημένη με το δώρο ενός μεγαλειώδους γλωσσικού εργαλείου, συμβαίνει αυτές τις μέρες κάτι παρόμοιο. Οι Γάλλοι «απλοποιούν» την ορθογραφία τους. Ξυρίζουν τόνους, καταργούν πραπανίσια γράμματα, σύμβολα, διφθόγγους. Τους είχα για πιο έξυπνους, ομολογώ.Δεν περίμενα ότι η γλώσσα του Ρακίνα, του Βολταίρου, του Κοκτώ, της Γιουρσενάρ, θα υπέκυπτε στη νεύρωση του αυτο-ακρωτηριασμού.
Δεν τρέφω ελπίδες. Απαξ και αρχίσει αυτό, γυρισμός δεν υπάρχει. «Απέσβετο το λάλον ύδωρ». Οσα ήξερα κάποτε τα ξεχασα, κι αν με βάλεις να γράψω ένα κείμενο με τους παλιούς κανόνες, δεν θα πιάσω ούτε τη βάση.
Το μόνο που μπορώ να ελπίζω είναι να βρει το δρόμο η μαντάμ Αξάν Σιρκονφλέξ: Να συναντήσει τις θείες  δασείες των ελληνικών «ρω», τις άχνες στα φωνήεντα και όλες τις κολλητές τους, σε κάποια ξεχασμένη γειτονιά του χωροχρόνου. Θα καταλαβαίνουν η μια την άλλη. Θα κάνουν καλη παρέα.
Κι εγώ τι θα κερδίσω; Θα είμαι κάπως πιο ήσυχη, ξέροντας ότι υπάρχει κάπου μια γωνιά στο Σύμπαν όπου το «σ΄αγαπώ», γράφεται ακόμα, με περισπωμένη.

Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2016

Προσθήκη σελίδας στο ΜΝΗΜΗΣ ΧΑΡΙΝ

 ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ

Για την ουσιαστικότερη παρακολούθηση
των μαθημάτων της Ν. Γλώσσας, 
προστέθηκε στο blog μια νέα σελίδα με τίτλο "Βιβλίο Ύλης 2016".
Η σελίδα σημειώνει βασικά σημεία των παραδόσεων που αναπτύχθηκαν στην τάξη.

Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2016

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

Οι δύο όψεις της ατομοκρατίας

Οι δύο όψεις της ατομοκρατίας
Χρήστος Γιανναράς
Πηγή: Καθημερινή Κυρ. 22.11.2015
 Δεν υπάρχουν ηθικές ή ποιοτικές διαβαθμίσεις του «κακού». Δύσκολο είναι και να οριστεί το «κακό», να συναχθεί ενικός ορισμός μέσα από την πολυμορφία των εκφάνσεων και την ποικιλότητα των εξωραϊσμένων παραπλανητικών μετασχηματισμών του.
Η πανανθρώπινη εμπειρία θα μπορούσε να βεβαιώσει τουλάχιστον τον εντοπισμό της αφετηρίας του «κακού»: Είναι ο δεδομένος στην ίδια τη «φύση» των έμβιων υπαρκτών (στον «τρόπο» της ύπαρξής τους) ατομοκεντρισμός, η έμφυτη, ενστικτώδης ιδιοτέλεια. Για τα άλογα ζώα το να κυριαρχούνται από τις ορμές (αδυσώπητες αναγκαιότητες) της αυτοσυντήρησης και ηδονής, δεν επιδέχεται ηθικό προσδιορισμό, είναι νομοτέλεια. (Κάποια δείγματα τάχα ερωτικής τρυφερότητας ή γονεϊκής φιλοστοργίας ή ευγνώμονης συμπεριφοράς, που συγκινούν τη ρομαντική ζωοφιλία αφελών ανθρώπων, είναι επίσης εκφάνσεις του αδυσώπητου ενστίκτου, τυφλή αναγκαιότητα της φύσης).
Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να παράγει «κακό», γιατί μόνο ο άνθρωπος έχει την υπαρκτική δυνατότητα να εναντιώνεται στις ενστικτώδεις ορμές του, να τιθασεύει την ορμέμφυτη ιδιοτέλεια, να ελέγχει τον βιολογικά δεδομένο ατομοκεντρισμό του. Μόνο ο άνθρωπος μπορεί να παραγάγει «κακό», άρα και να αρνηθεί θεληματικά το «κακό» – να αρνηθεί να βλάψει, να βασανίσει, να υποτάξει, να εκμεταλλευτεί, να χρησιμοποιήσει, να συκοφαντήσει, να ταπεινώσει τους προικισμένους με την ίδια δυνατότητα συνανθρώπους του. Και αυτή την ακραιφνώς ανθρώπινη δυνατότητα την ονομάσαμε οι άνθρωποι «ελευθερία». Μόνο ο άνθρωπος, έλεγε ο Jean-Paul Sartre, «μπορεί να μην είναι αυτό που είναι»: να υπάρχει παίρνοντας θεληματική απόσταση από τον φυσικά δεδομένο τρόπο τού να υπάρχει.
Η Ιστορία του ανθρώπου βεβαιώνει ότι αυτή τη μοναδικότητα της ελευθερίας δεν την αντέχει ο άνθρωπος – η ανθρώπινη συλλογικότητα νομοθετεί τις προϋποθέσεις της ελευθερίας, αλλά λειτουργεί, περισσότερο ή λιγότερο, με τους νόμους της ζούγκλας. Πάντως, η προτεραιότητα της ελευθερίας συνεχίζει να βεβαιώνεται εμπειρικά ως ορισμός του «καλού». «Υπάρχει μια και μόνη αληθινή ελευθερία», έγραφε ο Ντοστογιέβσκυ:«Να ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τον εαυτό του». Μόνο τότε φθάνει στην πραγμάτωση της υπαρκτικής του ταυτότητας, στην ενεργητική του ετερότητα από κάθε άλλο έμβιο υπαρκτό. Η ολοκλήρωση της προσωπικής μοναδικότητάς του είναι για τον άνθρωπο το «καλό»: η ελευθερία από τις απρόσωπες ενστικτώδεις ορμές.
Η υποκειμενική πρόσβαση όμως στις οριοθετήσεις της κοινής, από γενιά σε γενιά, εμπειρίας δεν είναι συνάρτηση της απλής κατανόησης ή και της βουλητικής συγκατάθεσης, είναι γνώση που κερδίζεται με το δύσκολο και επίπονο άθλημα της μετοχής στην κοινή εμπειρία. Στους αντίποδες του δυναμικού αθλήματος είναι η υποκατάστασή του (υποκατάσταση της κοινωνούμενης βεβαιότητας) με την ενστικτώδη εγωτική απαίτηση για κατοχή και χρήση από το άτομο της «αλήθειας». Να μεταβάλλεται η αλήθεια, το «καλό», σε ατομική πεποίθηση, τυφλά αποδεκτή βεβαιότητα, εξαναγκαστό κατά πάντων δόγμα, κοσμοσωτήρια ντιρεχτίβα, αυτονόητα επιβαλλόμενο πολιτισμικό «παράδειγμα».
Στο διεθνές πεδίο σήμερα μοιάζει να αντιπαρατίθενται, έτοιμες για μια μέχρις εσχάτων αναμέτρηση, δυο παρατάξεις ή στρατόπεδα: Από τη μια είναι όσοι ταυτίζουν το «καλό», την «αλήθεια», το «νόημα» της ζωής και του θανάτου με μιαν αλάθητη θρησκευτική διδασκαλία και πρακτική. Από την άλλη, στο απέναντι στρατόπεδο, είναι όσοι ταυτίζουν όλα τα παραπάνω με έναν «πολιτισμό»: κοινό τρόπο βίου (οργάνωσης και λειτουργίας του βίου). Κάθε μία από τις δυο παρατάξεις βλέπει στην αντίπαλη παράταξη την πλήρη άρνηση του «καλού», επομένως την ολοκληρία πραγμάτωσης του «κακού». Γι’ αυτό και περιθώριο συμβιβασμού δεν υπάρχει, η ρήξη επέρχεται νομοτελειακά, το ένα από τα δύο στρατόπεδα θα νικήσει, όχι υποτάσσοντας αλλά εξαφανίζοντας το άλλο.
Το αξιοπερίεργο είναι ότι και οι δύο αντιπαρατιθέμενες προτάσεις (η θρησκευτική: Ισλάμ, και η πολιτισμική: Δυτικός Διαφωτισμός) βεβαιώνονται στη θεωρία και στην πράξη, πανομοιότυπα ατομοκεντρικές.
Αποβλέπουν στη θωράκιση και κατασφάλιση του ατόμου, του εγώ. Η θρησκευτική προτείνει έναν κώδικα απαιτήσεων πρακτικής ευσέβειας και πρακτικής συμπεριφοράς, που η τήρησή τους εξασφαλίζει αμέσως στο άτομο την αιώνια «σωτηρία»: ένα ηδονικότατο μεταθανάτιο μέλλον σε γραμμικό χρόνο ατελεύτητο. Η πολιτισμική πρόταση δεν διαθέτει επαγγελίες για το «επέκεινα»: προσφέρει μια ενθαδική εξασφάλιση του ατόμου με νομικές κατοχυρώσεις των δικαιωμάτων του, των ελευθεριών του, των νοσηλευτικών φροντίδων αν τις χρειαστεί, εξασφάλιση της πληροφόρησής του, των άνετων και ταχύτατων μετακινήσεών του, των απεριόριστων ερωτικών του απολαύσεων, της μεγιστοποίησης των καταναλωτικών του δυνατοτήτων κ.ά.α.
Και τα δύο αντίπαλα σήμερα στρατόπεδα ξεκινάνε από το άτομο και στοχεύουν στο άτομο, το κοινωνικό γεγονός (το άθλημα της αυθυπέρβασης του εγώ για τη χαρά και ποιότητα των σχέσεων κοινωνίας) το εκδέχονται μόνο σαν δευτερεύον πλαίσιο του πρωτεύοντος στόχου που είναι η ατομική εξασφάλιση. Αποκαλυπτικό και το δεδομένο της κοινής εκδοχής που έχουν για την ελευθερία οι δύο παρατάξεις: καμιά σχέση με την αντίσταση στις απρόσωπες ορμές - αναγκαιότητες της φύσης. Ελευθερία σήμερα, και για την ατομοκεντρική ισλαμική θρησκευτικότητα και για το ατομοκεντρικό δυτικό «παράδειγμα», είναι η δυνατότητα ατομικών επιλογών. Για τους πρώτους, το άτομο «σώζεται» όταν επιλέξει και κατέχει τις «ορθές» δοξασίες, πεποιθήσεις, δόγματα, πρακτικές θρησκευτικής συνέπειας, αυτοθυσίας στον πόλεμο κατά των απίστων. Ελευθερία, για τους δεύτερους, είναι το εξαναγκαστό κατά πάντων ατομικό δικαίωμα να επιλέγει ο καθένας πολιτικές πεποιθήσεις, κόμμα, εφημερίδα, κοσμοθεωρία, διασκέδαση, σεξουαλική συμπεριφορά – τα πάντα. «Επιλέγω, άρα υπάρχω».
Όταν ο πρωτογονισμός του ατομοκεντρισμού κατοχυρώνεται θρησκευτικά ή πολιτισμικά, δεν υπάρχει περιθώριο να κοινωνηθούν οι διαφορές. Οι τζιχαντιστές απαντάνε με σφαγή (αφανισμό μοναδικών ανθρώπινων υπάρξεων) στην προσβολή του προφήτη τους από το «Charlie Hebdo». Και ένα εκατομμύριο Γάλλοι απαντάνε στη σφαγή βγαίνοντας στους δρόμους, με υψωμένο ένα μολύβι στο χέρι, για να δηλώσουν ότι καθένας τους θέλει να είναι «Charlie»: Να έχει το δικαίωμα, κάθε εγώ, να διακωμωδεί με σεξουαλικές χυδαιότητες τα ιερά και τα όσια λαών και κοινωνιών στη διαδρομή των αιώνων. Το δικαίωμα στην «έκφραση», η αποθέωση της εγωτικής ασυδοσίας, πάνω από κάθε αξία, δηλαδή ποιότητα κοινωνίας τού υπάρχειν.
Θρησκευτικός ή πολιτισμικός, ο ατομοκεντρισμός οδηγεί νομοτελειακά στην απανθρωπία.

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Εγκατάλειψη σπουδών



 Έξη στους δέκα φοιτητές εγκαταλείπουν τις σπουδές. Οι αιτίες
Πηγή: http://sep4u.gr/17078/exi-stous-deka-fitites-egkatalipoun-tis-spoudes-i-eties/

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης της Μονάδας Διασφάλισης Ποιότητας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΜΟ.ΔΙ.Π ΕΚΠΑ) η μη έγκαιρη ολοκλήρωση σπουδών των φοιτητών κατά κύριο λόγο οφείλεται σε δύο σημαντικούς παράγοντες:
(1ον) Στον μεγάλο αριθμό φοιτητών με ελάχιστα προσόντα που εισάγονται στο Πανεπιστήμιο. Η διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων δυστυχώς δεν ελέγχει μια σειρά από γνωστικές, ερευνητικές αλλά και κοινωνικές δεξιότητες, απαραίτητες για την παρακολούθηση ακαδημαϊκών σπουδών αλλά απλώς την στείρα απομνημόνευση μερικών σελίδων. Αποτέλεσμα αυτού πολλοί νέοι φοιτητές να μην μπορούν να αντεπεξέλθουν στο υψηλό επίπεδο σπουδών και να εγκαταλείπουν το Πανεπιστήμιο. Επίσης σε ορισμένες περιπτώσεις επιλέγονται σχολές οι οποίες εντάσσονται στο μηχανογραφικό δελτίο σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις. Οι υποψήφιοι μπορεί να επιτύχουν σε μια σχολή, όμως το πρόγραμμα σπουδών να περιλαμβάνει μαθήματα άσχετα με τα μαθήματα στα οποία εξετάστηκαν στις πανελλαδικές. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι ο φοιτητής να έχει σημαντικά κενά και να μην μπορεί να καταλάβει θεμελιώδη μαθήματα και έννοιες του προγράμματος σπουδών στο οποίο επέτυχε και εγγράφηκε. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος έχει προταθεί από τους εξωτερικούς αξιολογητές, να εφαρμοστεί το συντομότερο δυνατό όπου δεν υπάρχει, δομή μαθημάτων βασισμένη σε προαπαιτούμενα, και η ενίσχυση του πρώτου έτους με μαθήματα γενικής παιδείας που ενισχύουν τις γνώσεις και δεξιότητες των φοιτητών ενόψει των εξειδικευμένων μαθημάτων των επόμενων ετών. Επίσης, ειδικά στα ξενόγλωσσα τμήματα αφενός η βάση εισαγωγής διαμορφώνεται σε χαμηλά επίπεδα αφετέρου το επίπεδο γλωσσομάθειας, (στις ξένες γλώσσες), που απαιτείται δεν είναι ιδιαίτερα υψηλό με αποτέλεσμα να εισάγονται φοιτητές με μέσο όρο κάτω από 10.000 μόρια. Αυτό οδηγεί με βεβαιότητα στη διαμόρφωση ομάδων φοιτητών με αυξημένο κίνδυνο μη ολοκλήρωσης των σπουδών τους λόγω αντικειμενικής αδυναμίας ανταπόκρισης.
(2ον) Τα τελευταία πέντε χρόνια, η παρατεταμένη οικονομική κρίση έχει επιδράσει αρνητικά στην προσπάθεια των φοιτητών να ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Πολλοί εξ αυτών εγκαταλείπουν τις σπουδές τους επειδή η οικογένεια δεν μπορεί πλέον να συνδράμει, υποαπασχολούνται σε εργασίες άσχετες με τις σπουδές τους για να εξοικονομήσουν εισόδημα, επιλέγουν να μην παραστούν σε εξεταστικές λόγω του κόστους διαμονής και μετακινήσεων (φοιτητές από την επαρχία). Αποτέλεσμα η περαιτέρω επιβράδυνση του ρυθμού ολοκλήρωσης σπουδών ή / και η εγκατάλειψη της φοίτησης.
Η άποψη μου είναι ότι ο δεύτερος παράγοντας δεν θεμελιώνεται επαρκώς γιατί και πριν την οικονομική κρίση τα ποσοστά των ενεργών ήταν περίπου τα ίδια…

Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2015

Καλή σχολική χρονιά


Μια γλώσσα είναι σαν τα μάτια.
Κυττάζει εκεί που δε βλέπουν τα μάτια.
Ψαρεύει εκεί που δεν ψαρεύουν τα μάτια.
Σε διαφορετικά ποτάμια κυνηγούν τη λεία τους.
Όμως πότε-πότε διασταυρώνουν τα πυρά τους.
Γιατί ουσιαστικά, ακόμα πιο βαθειά, ένας είναι ο κάμπος του ανθρώπου, ένας ο ουρανός τους, ένας ο ουρανός.
Γιώργος Σαραντάρης 9/8/40

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Απολογισμός ενός νεομετανάστη



Τρία χρόνια στο εξωτερικό: ο απολογισμός ενός νεομετανάστη

Η ιστορία που ακολουθεί είναι ένας απολογισμός και μια εξομολόγηση συνάμα, με πράγματα που ελάχιστοι ξέρουν για μένα.
Πήρα την απόφαση να φύγω όταν άρχισα να λυπάμαι τον εαυτό μου. Ήμουν 26 χρονών, ότι είχα τελειώσει το στρατό, έμενα ξανά με τους γονείς μου κι είχα περάσει το καλοκαίρι μου δουλεύοντας σερβιτόρος στην οικογενειακή επιχείρηση που είχαμε ανοίξει (η οποία μετά από ένα χρόνο έκλεισε, αδυνατώντας να ανταπεξέλθει στις προκλήσεις της κρίσης και του all-inclusive τουρισμού).
Ένιωθα πως μετά από 8 χρόνια, ήμουν πάλι στο μηδέν. Ένιωθα σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί. Δεν την μπορούσα την ανεργία. Εξοντωτική, εξευτελιστική. Και μιλάω χωρίς καμιά διάθεση προσβολής προς οποιονδήποτε άνεργο. Έτσι ένιωθα εγώ όμως και αυτό απλά περιγράφω.
Άρχισα να κάνω αιτήσεις στην Αγγλία, κυρίως επειδή δεν ήξερα άλλη γλώσσα, πέρα από κάτι λίγα ιταλικά. Κάνα μήνα αργότερα, ήρθε η πρώτη (και τελευταία) πρόσκληση σε συνέντευξη. Έκλεισα αεροπορικά εισιτήρια και έφυγα. Έτυχε να είναι μία κακή βδομάδα για την Αγγλία, με δρομολόγια αεροπλάνων και τρένων να ακυρώνονται λόγω βαριάς και συνεχούς χιονόπτωσης. Τα κατάφερα όμως και έφτασα στο Bournemouth, μια νότια, παραθαλάσσια πόλη στην περιοχή του Dorset.
Ήμουν τότε πτυχιούχος Ψυχολογίας, με μεταπτυχιακό στην «Ψυχολογία και ΜΜΕ». Ο τίτλος της θέσης: support worker. Ελάχιστα ήξερα για τα καθήκοντα ενός support worker, αλλά θα μάθαινα πολύ γρήγορα. Μια μείξη νοσοκόμου, εργοθεραπευτή και ψυχολόγου. Τα καθήκοντα πολλά, από το να αλλάζεις πάνες σε ηλικιωμένους με αυτισμό μέχρι να τους πηγαίνεις για bowling.
Δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα έκανα κάτι τέτοιο. Το έκανα όμως. Και το έκανα αδιαμαρτύρητα. Κανείς από τους φίλους μου δεν ήξερε όλη την αλήθεια. Tη μαθαίνουν τώρα.  Ήξερα ότι θα ακουγόταν περίεργο ότι έγινα μετανάστης για να αλλάζω πάνες.
Εγώ όμως ένιωθα ότι προσέφερα σε αυτούς τους ανθρώπους κάτι καλό, βγάζοντας, παράλληλα, τα δικά μου λεφτά. Ήμουν ανεξάρτητος. Τότε κατάλαβα ότι καμιά δουλειά δεν ήταν ντροπή. Ντροπή είχα νιώσει στην ζωή μου μόνο όταν δεν προσέφερα τίποτα και ζητούσα από τους γονείς μου λεφτά για να βγω για καφέ.
To “Keep calm and carry on” ήταν μια αφίσα του 1939 που είχε κυκλοφορήσει από τη Βρετανική κυβέρνηση σε περιορισμένα αντίτυπα σε μια προσπάθεια να ανυψώσει το ηθικό στις μεγάλες πόλεις, όπου ανέμεναν αεροπορικές επιδρομές. Δεν ξέρω αν βοήθησε τότε, αλλά σίγουρα βοήθησε εμένα, που κατέβαινα στην κουζίνα κάθε πρωί και την έβλεπα κρεμασμένη στον τοίχο, να μου μιλάει.
Έμενα σε ένα δωμάτιο που ήταν μικρότερο κι από το χωλ που είχα στο φοιτητικό μου διαμέρισμα. Είχα βάλει σκοπό να φύγω από το Bournemouth και γι’ αυτό δεν έκανα παρέες. Επί 9 μήνες ήμουν δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Βρήκα την ευκαιρία να δουλέψω τα γραπτά μου και να εκδώσω δωρεάν μια συλλογή διηγημάτων και το μυθιστόρημά μου. Με τα λεφτά που έβγαζα, έδωσα το τελευταίο για μετάφραση και το δημοσίευσα και στα Αγγλικά, στο Amazon.
Μπορεί καθημερινά να άλλαζα πάνες σε έναν 60χρονο παππού, αλλά έκανα το όνειρό μου πραγματικότητα, δημοσίευα τα κείμενά μου και είχαν ανταπόκριση. Το μεγαλύτερο παράδοξο που βίωσα ποτέ. Ήταν η πρώτη φορά στην ζωή μου όμως που ήμουν τόσο προσηλωμένος σε κάτι.
Μετά και τη δημοσίευση του μυθιστορήματος στα Αγγλικά, 8 μήνες ήδη στο Bournemouth, έβαλα στόχο να βρω δουλειά στο Λονδίνο. Έστειλα 5 αιτήσεις. Πήγα σε 3 συνεντεύξεις. Στην τελευταία είπα ότι, αν δε με έπαιρναν, θα έμενα εκεί που ήμουν και θα τελείωνα το επόμενο μυθιστόρημά μου. Και μόλις τελείωνα, θα έφευγα. Για οπουδήποτε.
Με προσέλαβαν τελικά και ήρθα στο Λονδίνο, όπου τον περασμένο Δεκέμβρη έκλεισα 2 χρόνια, δουλεύοντας σε πτέρυγα ψυχικής υγείας, περιβάλλον όχι πολύ ευχάριστο αρκετές φορές. Μπορεί πλέον να μην άλλαζα πάνες, αλλά είχα άλλα καθήκοντα, που αν τα έβλεπα σε ταινίες, θα με έπιανε η ψυχή μου. Εδώ και δύο μήνες, είμαι στα κεντρικά του οργανισμού, δουλεύοντας σαν Distance Learning Coordinator. Δουλειά γραφείου για μερικούς μήνες μόνο. Τον Απρίλη μάλλον θα επιστρέψω στην πτέρυγα. Θα δούμε.
Έγιναν πολλά αυτά τα τρία χρόνια. Ταξίδεψα στο Λουξεμβούργο, στην Αυστρία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, στη Νορβηγία, στην Αργεντινή, στη Γη του Πυρός. Όλα τα ενδοευρωπαϊκά ταξίδια σε φίλους, με εισιτήρια low budget.
Γνώρισα ενδιαφέροντας ανθρώπους. Γεύτηκα διαφορετικές κουζίνες. Έκανα όμορφες βόλτες. Γνώρισα την κοπέλα μου και μένουμε μαζί. Υπέγραψα συμβόλαιο με εκδοτικό οίκο. Έφτιαξα αυτό το site. Φτιάχνω άλλο ένα. Δουλεύω ακόμα το μυθιστόρημα εκείνο που θα τελείωνα πριν 2 χρόνια.
Το Λονδίνο είναι μια μεγάλη πόλη. Ακριβή. Πολύ ακριβή και οι μισθοί μικροί. Ο δικός μου, στο αγγλικό σύστημα υγείας, είναι κατώτερος από το μέσο όρο των £26,500 (€32.200) προ φόρων. Δε σου μένει τίποτα στην άκρη. Και αυτό χωρίς να κάνεις ιδιαίτερες σπατάλες, με το 60% να πηγαίνει κατευθείαν για το σπίτι και τη μηνιαία κάρτα μεταφορών.
Οι περισσότεροι φίλοι μου νομίζουν ότι τους κοροϊδεύω. ‘Οπως και οι περισσότεροι στην Ελλάδα, νομίζουν ότι, επειδή μένεις στην Αγγλία, ζεις όπως οι χαρακτήρες του Παπακαλιάτη. Καμία σχέση όμως. Οι Έλληνες του Λονδίνου είναι χιλιάδες. Πολλοί εργάζονται σε τράπεζες, σε πολυεθνικές, σε εταιρείες ΙΤ. Βγάζουν καλά λεφτά, αλλά δουλεύουν όλη μέρα. Εγώ δουλεύω φυσιολογικές ώρες, αλλά δε βγάζω ούτε καν τα μισά.
Υπάρχουν όμως στ’ αλήθεια οι Ελληνάρες του Λονδίνου. Αυτοί που είναι 10 χρόνια εδώ και μιλάνε ακόμα σπαστά Αγγλικά, που ψωνίζουν μόνο μάρκες, που ντύνονται καλά για να πάνε για καφέ, που κράζουν τη χώρα που τους φιλοξενεί για τα πάντα, που σκέφτονται συνέχεια τις καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα, αλλά όποτε επιστρέφουν, το παίζουν κοσμογυρισμένοι και μιλάνε για το Λονδίνο σαν να είναι η Γη της Επαγγελίας. Δεν είμαστε όλοι έτσι. Απλά αυτοί κάνουν περισσότερο θόρυβο και ακούγονται.
Δεν ξέρω για άλλες χώρες, αλλά σε μια τόσο ταξική κοινωνία όπως η Αγγλική, και ειδικά σε μια πόλη όπως το Λονδίνο, είναι δύσκολο και να ζήσεις αξιοπρεπώς και να βάλεις στην άκρη λεφτά. Γι’ αυτό και, 3 χρόνια μετά, δουλεύοντας στον κακοπληρωμένο ανθρωπιστικό τομέα, όχι απλά δεν έχω λεφτά στην άκρη, αλλά έχω και μια χρεωμένη πιστωτική κάρτα. Δε μετανιώνω, όμως, γιατί δεν μπορούσα να κάνω κάτι διαφορετικά.  Τι να θυσίαζα; Τις 180 λίρες για ένα σαββατοκύριακο στη Νορβηγία;  Ή τις 10 λίρες που πληρώνω για μια πίτσα;
Απλά δεν καταλαβαίνω πού θα με βγάλει αυτός ο δρόμος. Ποιο είναι το νόημα να είσαι μετανάστης και ό,τι βγάζεις να το δίνεις; Μπορεί να κερδίζεις πολλά σε εμπειρίες, αλλά δε θα καταφέρεις ποτέ να τις ρευστοποιήσεις για να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου.
Δεν είναι εύκολο να ζεις στο εξωτερικό. Σε αντίθεση με 50-100 χρόνια πριν, πλέον η κρίση είναι παγκόσμια. Όπου και να πας, βρίσκεις είτε ανεργία και χαμηλούς μισθούς είτε υψηλούς μισθούς και υψηλό κόστος ζωής ταυτόχρονα. Και παράλληλα έχεις να αντιμετωπίσεις τους διάφορους αστικούς μύθους: στο εξωτερικό, αυτόν του χρεοκοπημένου και τεμπέλη Έλληνα. Στο εσωτερικό, αυτόν του καλοπερασάκια νεομετανάστη που κλαίγεται χωρίς λόγο.
Παρ’ όλα αυτά, δε θα γύριζα στην Ελλάδα. Εκτός από την ανεργία, θα είχα να αντιμετωπίσω και το συντηρητισμό, τη διαφθορά, τον ωχαδερφισμό, τον ερασιτεχνισμό, το ψευτοβόλεμα. Βλέπω, ωστόσο, ότι γίνονται όμορφες κινήσεις και μπράβο σε αυτούς που τις επιχειρούν. Ελπίζω να κρατήσουν, αν και είμαι απαισιόδοξος. Η χώρα αυτή, φοβάμαι, είναι μια μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα. Μια Σειρήνα που σε καλεί με το τραγούδι της και μόλις πας κοντά σε τσακίζει.
Επιμύθιο: τρία χρόνια μετανάστης, ο απολογισμός είναι θετικός. Όχι όμως τόσο θετικός όσο πίστευα κάποτε. Αυτό που αναρωτιέμαι είναι αν είμαι η εξαίρεση ή αν έτσι νιώθουν και άλλοι νέοι που ζουν εκτός Ελλάδας.